Παραδοσιακά κάλαντα της Χίου

Από την Μαρκέλλα Λούρου

 

Εκτός από τα γνωστά κάλαντα που τραγουδιούνται σε όλη την Ελλάδα στη Χίο συναντώνται και τοπικά κάλαντα. Οι πληροφορίες που θα παρουσιαστούν εδώ προέρχονται από το 33ο τεύχος του περιοδικού «Χιακή Επιθεώρησις» και βασίζεται σε μια έρευνα του 1952 που έγινε από το συντάκτη του άρθρου Ν. Σωτηράκη που έγινε σε συνεργασία με δασκάλους του νησιού σχετικά με τα χιώτικα κάλαντα.  
     

Χριστουγεννιάτικα κάλαντα δεν τραγουδιόνταν σε όλα τα χωριά της Χίου. Τα περισσότερα είναι τα γνωστά κάλαντα που συναντιούνται σε ολόκληρη την Ελλάδα και οι στίχοι είναι ίδιοι με μικρές παραλλαγές. Στον Καταρράκτη, το Μυρμήγκι και το Πυργί ψάλλονται τα ακόλουθα κάλαντα:

 

Χριστούγεννα πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου.

Για βγείτε, δείτε, μάθετε που ο Χριστός γεννάται.

Γεννάται κι αναθρέφεται με γάλαν και με μέλιν.

Το μέλιν τρών οι άρχοντες το γάλα οι αφεντάδες.

Ανοίξτε τα πουγκάκια σας τα καλοκλειδωμένα

και δώστε μας τον κόπο σας αφ’ το χρυσό πουγκί σας.

Αν είστ’ από τους πλούσιους φλουριά να μη λυπούστε

κι αν είστ’ από τους πιο φτωχούς τάλληρα και δραχμίτσες

κι αν είστ’ από τους πάμφτωχους ένα ζευγάρι κότες.

Και σας καληνυχτίζομες, πέσετεν κοιμηθείτεν,

ολίγον ύπνον πάρετεν και πάλι σηκωθείτεν,

στην εκκλησία τρέξετε μ’ όλη την προθυμίαν

και του Θεού ν’ ακούσετε τη θεία λειτουργίαν.

 
     

Προφανώς τα κάλαντα αυτά τα έψελναν οι καλαντιστές το βράδυ της παραμονής και όχι το πρωινό της παραμονής, όπως συμβαίνει σήμερα. Λόγω της ναυτικής παράδοσης της Χίου, αναφορές σε ναυτικούς υπάρχουν και στα κάλαντά της, όπως στα ακόλουθα από τη Λαγκάδα:

 

            Τούτες οι μέρες εύχουνε, τούτες οι εβδομάδες,

            οπού ’χει ξένον κράζει τον κι οπού δικόν καλεί τον

            κι οπού ’χει άντρα στη ξενιτιά γραφή του στέλλει να ’ρτει.

            -Άντε γραφή μου κι εύρε τον και πιάσ’ τον αφ’ το χέριν

            και πε του πως τον χαιρετά το γκαρδιακό του ταίριν

            και πε του πως είμ’ άρρωστη, βαριά μ’ αρρωστημένη

            και στο βαρύ ξενιτεμό δεν ήμουν μαθημένη.

 
     

Στα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα κυριαρχεί ο θρύλος του Αγίου Βασιλείου που πότε παρουσιάζεται ως αγρότης και πότε λόγιος γραμματισμένος. Πάντοτε όμως είναι ένα πρόσωπο κοντινό, του οποίου τις περιπέτειες παρουσιάζουν οι καλαντιστές με μεγάλη τρυφερότητα κι ελευθερία σαν να πρόκειται για δικό τους άνθρωπο. Για παράδειγμα τα παρακάτω κάλαντα από τα Δίδυμα:

 

Σ’ αυτά τα σπίτια τα ψηλά τα μαρμαροχτισμένα

που ’ναι οι πόρτες μάλαμα και τα κλειδιά ’σημένια.

Μέσα στη μέση του σπιτιού κοιμάτ’ Αγιοβασίλης.

Ποιος είναι άξιος κι αρκετός να πα να τον ξυπνήσει;

Εγώ ’μαι άξιος κι αρκετός να πα να τον ξυπνήσω

δότε μου μήλα δώδεκα, κυδώνια δεκαπέντε

κι ένα σταμνί ροδόσταμο να πα να τον ξυπνήσω.

Ξύπν’ αφέντη της αφεντιάς, πολλήν ώρα κοιμάσαι,

γιατί ο ύπνος ο πολύς βαραίνει και χαλά σε.

 
     

Συχνά μάλιστα στα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς αναφέρονται και στίχοι εντελώς άσχετοι με την ίδια τη γιορτή, αλλά που αφορούν έγνοιες και ανησυχίες, ευχές και ελπίδες των ανθρώπων της συγκεκριμένης εποχής κατά την οποία τραγουδήθηκαν. Άλλες φορές προστίθενται στίχοι σχετικοί με επίκαιρα εθνικά γεγονότα. Να ένα παράδειγμα από τον Κάμπο, που ψαλλόταν επίσης στα Αυγώνυμα και στο Εγρήγορος:

 

Άγιος Βασίλης έρχεται τώρα αντρειωμένος,

κρατεί τουφέκι και σπαθί και είν’ αρματωμένος.

Και μια σημαία γαλανή με σφαίρες τρυπημένη

επάνω στο τουφέκι του την έχει απλωμένη.

Σημαία που δοξάσανε τόσοι ανδρειωμένοι

και τη φιλούν με δάκρυα όσ’ ήσαν σκλαβωμένοι.

 
     

Άλλα κάλαντα αναφέρονται στην απελευθέρωση από στους Βαλκανικούς πολέμους, στο κίνημα της Εθνικής Άμυνας το 1917, στην απελευθέρωση από τη γερμανική κατοχή και τον εμφύλιο, ακόμη και στον πόλεμο της Κορέας του 1952. Παραδοσιακά τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα κλείνουν με ευχές και παινέματα για το νοικοκύρη και την οικογένειά του.

 

Εμείς καλά τα είπαμε κι ο Θεός καλά ας τα κάμει,

κι η Παναγιά η Δέσποινα να σας πολυχρονάει

και να πολυχρονήσετεν εσείς και τα παιδιά σας,

Άης Βασίλης κι ο Χριστός να ’ναι βοήθειά σας.

Πάνω στα πέντε δάχτυλα γυρίζει το ποτήρι,

ο Θεός να τον πολυχρονά τον σπιτονοικοκύρη.

Για δότε μας τον πετεινό, για δότε μας την κότα,

για δότε μας ένα ρακί να πάμε σ’ άλλη πόρτα.

 
     

Στα σπίτια όμως που οι καλαντιστές δε γίνονται πρόθυμα δεκτοί ή και συναντούν εχθρικές διαθέσεις, εκδικούνται με δίστιχα όπως:

 

Εσέν’ αφέντη πρέπει σου του τράγου το κουδούνι,

να το φορείς την Κυριακή να ’σαι σαν το γουρούνι

 

Άσπρ’ είσαι σαν το τζάκι μας και σαν το μαγειριό μας,

έχεις κι αγγελική φωνή σαν το γάιδαρό μας.

 
     

Την επόμενη φορά λοιπόν που θα σας πουν «μας τα ’πανε, μας τα ’πανε!» ξέρετε τι θα απαντήσετε!

   
     
πίσω